οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες,
άλληλοδιαδόχως έκ τε τών θείων άποστόλων, καί τών ίερών Ε΄ύαγγελίων,
παραδεδώκασιν ήμίν τέσσαρά τινα έορτάζειν,
τόν ίερόν Νιπτήρα, τόν μυστικόν Δείπνον
(δηλαδή τήν παράδοσιν τών καθ' ήμάς φρικτών Μυστηρίων),
τήν ΄ύπερφυά Προσευχήν, καί τήν Προδοσίαν αύτήν».
Το βράδυ της ημέρας αυτής, που ήταν η προ των αζύμων ημέρα, δηλαδή παραμονή του Εβραϊκού Πάσχα, ο Ιησούς δείπνησε στην πόλη με τους δώδεκα Μαθητές του. Ευλόγησε το ψωμί και το κρασί και μ’ αυτό τον τρόπο παρέδωσε το Mυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, η οποία θα τελείται στο διηνεκές ως η αέναη παρουσία Του στην Εκκλησία.
Αφού κάθισαν στο τραπέζι του δείπνου, ο Κύριος θέλησε κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσει την υπόθεση του προδότη μαθητή. Δεν ήταν δυνατόν να καθίσει ο άνομος εκείνος μαζί τους στην παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, πολλώ δε μάλλον να κοινωνήσει σε αυτό.
Λέγει λοιπόν «Εις εξ’ υμών παραδώσει με, ο εσθίων μετ’ εμού» (Μάρκ.14:18, Ιωάν.13:22). Τα λόγια αυτά έφεραν αναστάτωση στους μαθητές. Δεν περίμεναν να ακούσουν τέτοια φοβερή αγγελία και άρχισαν να διερωτώνται ποιος είναι αυτός. Ο αγαπημένος μαθητής Ιωάννης πέφτοντας στον τράχηλο του Διδασκάλου ρώτησε εξ’ ονόματος όλων: «Κύριε τις εστιν»; και ο Κύριος απάντησε:
